αφειδώλευτος
•
- αυτός που παρέχεται απλόχερα, χωρίς φειδώ, δηλαδή χωρίς οικονομία, χωρίς μέτρο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφειδώλευτος < α- (στερητικό) + φειδωλός (=αυτός που ξοδεύει ή κάνει κάτι με φειδώ, με μέτρο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφειδώλευτος | αφειδώλευτη | αφειδώλευτο |
| Γενική | αφειδώλευτου | αφειδώλευτης | αφειδώλευτου |
| Αιτιατική | αφειδώλευτο | αφειδώλευτη | αφειδώλευτο |
| Κλητική | αφειδώλευτε | αφειδώλευτη | αφειδώλευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφειδώλευτοι | αφειδώλευτες | αφειδώλευτα |
| Γενική | αφειδώλευτων | αφειδώλευτων | αφειδώλευτων |
| Αιτιατική | αφειδώλευτους | αφειδώλευτες | αφειδώλευτα |
| Κλητική | αφειδώλευτοι | αφειδώλευτες | αφειδώλευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →