Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφειδώλευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που παρέχεται απλόχερα, χωρίς φειδώ, δηλαδή χωρίς οικονομία, χωρίς μέτρο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφειδώλευτος < α- (στερητικό) + φειδωλός (=αυτός που ξοδεύει ή κάνει κάτι με φειδώ, με μέτρο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφειδώλευτοςαφειδώλευτηαφειδώλευτο
Γενικήαφειδώλευτουαφειδώλευτηςαφειδώλευτου
Αιτιατικήαφειδώλευτοαφειδώλευτηαφειδώλευτο
Κλητικήαφειδώλευτεαφειδώλευτηαφειδώλευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφειδώλευτοιαφειδώλευτεςαφειδώλευτα
Γενικήαφειδώλευτωναφειδώλευτωναφειδώλευτων
Αιτιατικήαφειδώλευτουςαφειδώλευτεςαφειδώλευτα
Κλητικήαφειδώλευτοιαφειδώλευτεςαφειδώλευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →