Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφεντιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχοντιά, μεγαλοπρέπεια Βικιλεξικό
    • Όπως της είπε κάποια στιγμή, στο διαμέρισμα υπήρχε ένα ακόμη υπνοδωμάτιο, εκεί που υπολόγιζαν οι κατασκευαστές ότι θα κοιμόταν η αφεντιά του, αλλά εκείνος είχε αλλάξει τη διαρρύθμιση, για να μπορεί να έχει πάντα μπροστά του, από την ώρα που ανοίγει τα μάτια του, τη θέα της Ακρόπολης. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, εκδ. Swiss Classe Press, 2025)

Ετυμολογία

αφεντιά < μεσαιωνική ελληνική αφεντιά < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφεντιάαφεντιές
Γενικήαφεντιάςαφεντιών
Αιτιατικήαφεντιάαφεντιές
Κλητικήαφεντιάαφεντιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →