Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφεντομουτσουνάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόαντί της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός ή ο εαυτός / πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Βλέπω πώς ακόμη δεν έβαλες γνώση από την εποχή του Αίσωπου. Βλέπεις πάλι τον κόσμο να προσκυνά τους θεούς που είναι φορτωμένοι στη ράχη σου και θαρείς πώς η λατρεία και τα μετανίσματα είναι για την αφεντομουτσουνάρα σου (Νέα Εστία, Τόμος 34, 1943, σελίδα 852)
    • Άμα τον άκουγες, νόμιζες ότι μέσα βρίσκονταν ορδές από ανυπόμονα άτομα που περίμεναν την αφεντομουτσουνάρα μου για ν' αρχίσουμε το meeting. Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Οι «όλοι», ήταν ο Τάκης, ο Γιάννης και ο ψηλός (Ευάγγελος Λαγουτάρης, Ιστορίες Μέθης, 2011, σελ. 63)
    • Από τη λέξη «μουτσούνα» προήλθε η κατά μεγεθυντικό τύπο λέξη «μουτσουνάρα» και εν συνθέσει «αφεντομουτσουνάρα» τα οποία έχουν μειωτική σημασία καθ'υπερβολή (Λεξικογραφικόν δελτίον, Τόμος 17, Ακαδημία Αθηνών, 1991, σελ. 81)

Ετυμολογία

αφεντομουτσουνάρα < αφέντης + -ο- + μουτσούν(α) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφεντομουτσουνάρααφεντομουτσουνάρες
Γενικήαφεντομουτσουνάρας—
Αιτιατικήαφεντομουτσουνάρααφεντομουτσουνάρες
Κλητικήαφεντομουτσουνάρααφεντομουτσουνάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →