αφενός
•
- λόγιοαπό τη μια (πλευρά ή μεριά) Βικιλεξικό
- Οι αυξήσεις των τιμών δικαιολογούνται αφενός μεν από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, αφετέρου δε, από τις πτωτικές τάσεις του ευρώ.
Ετυμολογία
αφενός < ἀφ' ἑνός → δείτε τις λέξεις ἀπό και εἷς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →