Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφερέγγυος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν παρέχει καμία εγγύηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφερέγγυος < α- + φερέγγυος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφερέγγυοςαφερέγγυηαφερέγγυο
Γενικήαφερέγγυουαφερέγγυηςαφερέγγυου
Αιτιατικήαφερέγγυοαφερέγγυηαφερέγγυο
Κλητικήαφερέγγυεαφερέγγυηαφερέγγυο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφερέγγυοιαφερέγγυεςαφερέγγυα
Γενικήαφερέγγυωναφερέγγυωναφερέγγυων
Αιτιατικήαφερέγγυουςαφερέγγυεςαφερέγγυα
Κλητικήαφερέγγυοιαφερέγγυεςαφερέγγυα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →