Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφερμάτιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνώνυμο του αφερματισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφερμάτιση < (καθαρεύουσα) ἀφερμάτισις, αφ- (< από) + ερμάτιση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφερμάτισηαφερματίσεις
Γενικήαφερμάτισηςαφερματίσεων
Αιτιατικήαφερμάτισηαφερματίσεις
Κλητικήαφερμάτισηαφερματίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →