Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφερματίζω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςαφαιρώ έρμα (συνήθως από πλοίο ή σκάφος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφερματίζω < (καθαρεύουσα) ἀφερματίζω, αφ- (< από) + ερματίζω· μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον ναυτικόν των Λ. Παλάσκα, Α. Κουμελά και Φ. Ιωάννου

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαφερματίζωαφερματίζειςαφερματίζειαφερματίζουμεαφερματίζετεαφερματίζουν / αφερματίζουνε
Παρατατικόςαφερμάτιζααφερμάτιζεςαφερμάτιζεαφερματίζαμεαφερματίζατεαφερμάτιζαν / αφερματίζαν / αφερματίζανε
Αόριστοςαφερμάτισααφερμάτισεςαφερμάτισεαφερματίσαμεαφερματίσατεαφερμάτισαν / αφερματίσαν / αφερματίσανε
Μέλλονταςθα αφερματίζω / θα αφερματίσωθα αφερματίζεις / θα αφερματίσειςθα αφερματίζει / θα αφερματίσειθα αφερματίζουμε / θα αφερματίσουμεθα αφερματίζετε / θα αφερματίσετεθα αφερματίζουν / θα αφερματίζουνε / θα αφερματίσουν / θα αφερματίσουνε
Παρακείμενοςέχω αφερματίσειέχεις αφερματίσειέχει αφερματίσειέχουμε αφερματίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αφερματίσειείχες αφερματίσειείχε αφερματίσειείχαμε αφερματίσει——
Υποτακτικήνα έχω αφερματίσει / να αφερματίζω / να αφερματίσωνα έχεις αφερματίσει / να αφερματίζεις / να αφερματίσειςνα έχει αφερματίσει / να αφερματίζει / να αφερματίσεινα έχουμε αφερματίσει / να αφερματίζουμε / να αφερματίσουμενα αφερματίζετε / να αφερματίσετενα αφερματίζουν / να αφερματίζουνε / να αφερματίσουν / να αφερματίσουνε
Προστακτική—έχε αφερματισμένο / αφερμάτιζε / αφερμάτισε——αφερματίζετε / αφερματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →