αφετηριακός
•
- που έχει σχέση με την αφετηρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- … ένα παλιό βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κουλτούρας: τουλάχιστον από την καθιέρωση των Oλυμπιακών Aγώνων (γεγονός αφετηριακό), οι αρχαίοι Έλληνες είχαν έντονα τη συνείδηση ότι ανήκουν στην ίδια κοινότητα, πέρα και παρά τις ιδιαιτερότητές τους.
- πρωταρχικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφετηριακός < αφετηρί(α) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφετηριακός | αφετηριακή | αφετηριακό |
| Γενική | αφετηριακού | αφετηριακής | αφετηριακού |
| Αιτιατική | αφετηριακό | αφετηριακή | αφετηριακό |
| Κλητική | αφετηριακέ | αφετηριακή | αφετηριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφετηριακοί | αφετηριακές | αφετηριακά |
| Γενική | αφετηριακών | αφετηριακών | αφετηριακών |
| Αιτιατική | αφετηριακούς | αφετηριακές | αφετηριακά |
| Κλητική | αφετηριακοί | αφετηριακές | αφετηριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →