Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφετηριακός

/a.fe.ti.ɾi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αφετηρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • … ένα παλιό βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κουλτούρας: τουλάχιστον από την καθιέρωση των Oλυμπιακών Aγώνων (γεγονός αφετηριακό), οι αρχαίοι Έλληνες είχαν έντονα τη συνείδηση ότι ανήκουν στην ίδια κοινότητα, πέρα και παρά τις ιδιαιτερότητές τους.
  2. πρωταρχικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφετηριακός < αφετηρί(α) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφετηριακόςαφετηριακήαφετηριακό
Γενικήαφετηριακούαφετηριακήςαφετηριακού
Αιτιατικήαφετηριακόαφετηριακήαφετηριακό
Κλητικήαφετηριακέαφετηριακήαφετηριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφετηριακοίαφετηριακέςαφετηριακά
Γενικήαφετηριακώναφετηριακώναφετηριακών
Αιτιατικήαφετηριακούςαφετηριακέςαφετηριακά
Κλητικήαφετηριακοίαφετηριακέςαφετηριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →