Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφηγηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αφήγηση Βικιλεξικό
    • Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
    • Πλοία εμφανίζονται επίσης στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία, ειδικά όταν σχετίζονται με αφηγηματικό πλαίσιο, καθώς και σε νομίσματα.
    • Αντίθετα με τα αφηγηματικά έργα, στις προσωπογραφίες, το υλικό είναι σχεδόν πάντα το λάδι, και οι πρόγονοί τους πρέπει να αναζητηθούν στη ζωγραφική της Ευρώπης, από τον Εμπρεσιονισμό και μετά, σε συνδυασμό με ορισμένα στοιχεία ανατολίζοντα, που οφείλονται στο Φαγιούμ και στο Βυζάντιο.

Ετυμολογία

αφηγηματικός < (ελληνιστική κοινή) ἀφηγηματικός < αρχαία ελληνική ἀφηγοῦμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφηγηματικόςαφηγηματικήαφηγηματικό
Γενικήαφηγηματικούαφηγηματικήςαφηγηματικού
Αιτιατικήαφηγηματικόαφηγηματικήαφηγηματικό
Κλητικήαφηγηματικέαφηγηματικήαφηγηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφηγηματικοίαφηγηματικέςαφηγηματικά
Γενικήαφηγηματικώναφηγηματικώναφηγηματικών
Αιτιατικήαφηγηματικούςαφηγηματικέςαφηγηματικά
Κλητικήαφηγηματικοίαφηγηματικέςαφηγηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →