Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφηγητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αφηγητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου έχει σχέση με την αφήγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αφηγηματικός

Ετυμολογία

αφηγητικός < (ελληνιστική κοινή) < ἀφηγητής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφηγητικόςαφηγητικήαφηγητικό
Γενικήαφηγητικούαφηγητικήςαφηγητικού
Αιτιατικήαφηγητικόαφηγητικήαφηγητικό
Κλητικήαφηγητικέαφηγητικήαφηγητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφηγητικοίαφηγητικέςαφηγητικά
Γενικήαφηγητικώναφηγητικώναφηγητικών
Αιτιατικήαφηγητικούςαφηγητικέςαφηγητικά
Κλητικήαφηγητικοίαφηγητικέςαφηγητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →