Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφηνιασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει αφηνιάσει Βικιλεξικό
    • Το αφηνιασμένο άλογο
    • Ωστόσο, αυτός ο τόσο δα Κλάους, κάποια στιγμή τους καταπλήσσει όλους, τιθασεύοντας ένα αφηνιασμένο άλογο σαν ο καλύτερος αναβάτης σε ροντέο του Τέξας! (Κώστας Σταματίου, Το βιβλίο και ο χρόνος: 1988-1991, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 1154)
  2. ξέφρενος, εκτός εαυτού Βικιλεξικό
    • Μόλις του είπε ότι θέλει να χωρισουν επειδή αγάπησε άλλον, έκανε σαν αφηνιασμένος, δεν τον είχα δει ξανά σε τέτοια κατάσταση
    • Μπήκαν στο γήπεδο αφηνιασμένοι κι έβαλαν 12 πόντους στη σειρά

Ετυμολογία

αφηνιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αφηνιάζω

Άλλοι τύποι

αφηνιασμένααφηνιασμένεαφηνιασμένεςαφηνιασμένηαφηνιασμένηςαφηνιασμένοαφηνιασμένοιαφηνιασμένοςαφηνιασμένουαφηνιασμένουςαφηνιασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →