Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφηρημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει εστιάσει την προσοχή του ή σκέφτεται διαφορετικά πράγματα από αυτά που συζητιούνται ή συμβαίνουν Βικιλεξικό
    • είσαι πολύ αφηρημένη τελευταία
  2. αυτός που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με τις αισθήσεις αλλά με τη διάνοια, ο μη αισθητός Βικιλεξικό
    • οι πλατωνικές Ιδέες είναι άυλες, αιώνιες κι αφηρημένες οντότητες
  3. αφηρημένο ουσιαστικό: το ουσιαστικό που δηλώνει μια έννοια που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις, π.χ. δικαιοσύνη, αρετή, σοφία, αλήθεια, αριθμός κ.λπ. Βικιλεξικό
  4. αφηρημένοι αριθμοί: οι αριθμοί που δεν αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη ποσότητα ή μέγεθος ή δε δηλώνουν συγκεκριμένο είδος μονάδων, π.χ. 11, 45, 17 σε αντιδιαστολή προς τους 11 μήνες, 45 μαθητές, 17 χιλιόμετρα Βικιλεξικό
  5. καθετί που στην τέχνη χρησιμοποιεί μόνο σχήματα και γραμμές χωρίς αναπαριστά πιστά την πραγματικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφηρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφαιρούμαι

Άλλοι τύποι

αφηρημένααφηρημένεαφηρημένεςαφηρημένηαφηρημένηςαφηρημένοαφηρημένοιαφηρημένοςαφηρημένουαφηρημένουςαφηρημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →