αφηρωίζω
•
- μετατρέπω κάποιον σε ήρωα προς τον οποίο απονέμεται λατρεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφηρωίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφηρωίζω | αφηρωίζεις | αφηρωίζει | αφηρωίζουμε | αφηρωίζετε | αφηρωίζουν / αφηρωίζουνε |
| Παρατατικός | αφηρώιζα | αφηρώιζες | αφηρώιζε | αφηρωίζαμε | αφηρωίζατε | αφηρωίζαν / αφηρωίζανε / αφηρώιζαν |
| Αόριστος | αφηρώισα | αφηρώισες | αφηρώισε | αφηρωίσαμε | αφηρωίσατε | αφηρωίσαν / αφηρωίσανε / αφηρώισαν |
| Μέλλοντας | θα αφηρωίζω / θα αφηρωίσω | θα αφηρωίζεις / θα αφηρωίσεις | θα αφηρωίζει / θα αφηρωίσει | θα αφηρωίζουμε / θα αφηρωίσουμε | θα αφηρωίζετε / θα αφηρωίσετε | θα αφηρωίζουν / θα αφηρωίζουνε / θα αφηρωίσουν / θα αφηρωίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφηρωίσει | έχεις αφηρωίσει | έχει αφηρωίσει | έχουμε αφηρωίσει | έχετε αφηρωίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφηρωίσει | είχες αφηρωίσει | είχε αφηρωίσει | είχαμε αφηρωίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφηρωίσει / να αφηρωίζω / να αφηρωίσω | να έχεις αφηρωίσει / να αφηρωίζεις / να αφηρωίσεις | να έχει αφηρωίσει / να αφηρωίζει / να αφηρωίσει | να έχουμε αφηρωίσει / να αφηρωίζουμε / να αφηρωίσουμε | να έχετε αφηρωίσει / να αφηρωίζετε / να αφηρωίσετε | να αφηρωίζουν / να αφηρωίζουνε / να αφηρωίσουν / να αφηρωίσουνε |
| Προστακτική | — | αφηρώιζε / αφηρώισε | — | — | αφηρωίζετε / αφηρωίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →