αφιλοπατρία
•
- το να είναι κάποιος αφιλόπατρις, η έλλειψη φιλοπατρίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιλοπατρία < α- + φιλοπατρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφιλοπατρία | αφιλοπατρίες |
| Γενική | αφιλοπατρίας | αφιλοπατριών |
| Αιτιατική | αφιλοπατρία | αφιλοπατρίες |
| Κλητική | αφιλοπατρία | αφιλοπατρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →