αφιλοστοργία
•
- το να είναι κάποιος αφιλόστοργος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αφιλόστοργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιλοστοργία < αφιλόστοργος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφιλοστοργία | αφιλοστοργίες |
| Γενική | αφιλοστοργίας | αφιλοστοργιών |
| Αιτιατική | αφιλοστοργία | αφιλοστοργίες |
| Κλητική | αφιλοστοργία | αφιλοστοργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →