Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφιλότιμος

/a.fiˈlo.ti.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φιλότιμο, που δε νοιάζεται για την υπόληψη ή την τιμή Βικιλεξικό
  2. οικείοπου καταφέρνει να ξεπερνά διάφορες καταστάσεις με επιτυχία Βικιλεξικό
  3. (ως χαρακτηρισμός) για κάποιον που προκαλεί θαυμασμό ή έκπληξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφιλότιμος < α- (στερητικό) + φιλότιμο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιλότιμοςαφιλότιμηαφιλότιμο
Γενικήαφιλότιμουαφιλότιμηςαφιλότιμου
Αιτιατικήαφιλότιμοαφιλότιμηαφιλότιμο
Κλητικήαφιλότιμεαφιλότιμηαφιλότιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφιλότιμοιαφιλότιμεςαφιλότιμα
Γενικήαφιλότιμωναφιλότιμωναφιλότιμων
Αιτιατικήαφιλότιμουςαφιλότιμεςαφιλότιμα
Κλητικήαφιλότιμοιαφιλότιμεςαφιλότιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →