αφιλότιμος
•
- που δεν έχει φιλότιμο, που δε νοιάζεται για την υπόληψη ή την τιμή Βικιλεξικό
- οικείοπου καταφέρνει να ξεπερνά διάφορες καταστάσεις με επιτυχία Βικιλεξικό
- (ως χαρακτηρισμός) για κάποιον που προκαλεί θαυμασμό ή έκπληξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιλότιμος < α- (στερητικό) + φιλότιμο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφιλότιμος | αφιλότιμη | αφιλότιμο |
| Γενική | αφιλότιμου | αφιλότιμης | αφιλότιμου |
| Αιτιατική | αφιλότιμο | αφιλότιμη | αφιλότιμο |
| Κλητική | αφιλότιμε | αφιλότιμη | αφιλότιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφιλότιμοι | αφιλότιμες | αφιλότιμα |
| Γενική | αφιλότιμων | αφιλότιμων | αφιλότιμων |
| Αιτιατική | αφιλότιμους | αφιλότιμες | αφιλότιμα |
| Κλητική | αφιλότιμοι | αφιλότιμες | αφιλότιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →