Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφιουνλής

/a.fʝuνnˈlis/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόοξύθυμος, αφιονισμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφιουνλής < μεσαιωνική ελληνική αφιόν(ιον) (αφιόνι) + -λής

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →