αφισοκολλώ
•
- κολλώ αφίσες (σε τοίχους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφισοκολλώ < αφίσ(α) + -ο- + κολλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφισοκολλάω / αφισοκολλώ | αφισοκολλάς | αφισοκολλά / αφισοκολλάει | αφισοκολλάμε / αφισοκολλούμε | αφισοκολλάτε | αφισοκολλάν / αφισοκολλάνε / αφισοκολλούν / αφισοκολλούνε |
| Παρατατικός | αφισοκολλούσα | αφισοκολλούσες | αφισοκολλούσε | αφισοκολλούσαμε | αφισοκολλούσατε | αφισοκολλούσαν / αφισοκολλούσανε |
| Αόριστος | αφισοκόλλησα | αφισοκόλλησες | αφισοκόλλησε | αφισοκολλήσαμε | αφισοκολλήσατε | αφισοκολλήσαν / αφισοκολλήσανε / αφισοκόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα αφισοκολλάω / θα αφισοκολλήσω / θα αφισοκολλώ | θα αφισοκολλάς / θα αφισοκολλήσεις | θα αφισοκολλά / θα αφισοκολλάει / θα αφισοκολλήσει | θα αφισοκολλάμε / θα αφισοκολλήσουμε / θα αφισοκολλούμε | θα αφισοκολλάτε / θα αφισοκολλήσετε | θα αφισοκολλάν / θα αφισοκολλάνε / θα αφισοκολλήσουν / θα αφισοκολλήσουνε / θα αφισοκολλούν / θα αφισοκολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αφισοκολλήσει | έχεις αφισοκολλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφισοκολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφισοκολλήσει / να αφισοκολλάω / να αφισοκολλήσω / να αφισοκολλώ | να έχεις αφισοκολλήσει / να αφισοκολλάς / να αφισοκολλήσεις | να αφισοκολλά / να αφισοκολλάει / να αφισοκολλήσει | να αφισοκολλάμε / να αφισοκολλήσουμε / να αφισοκολλούμε | να αφισοκολλάτε / να αφισοκολλήσετε | να αφισοκολλάν / να αφισοκολλάνε / να αφισοκολλήσουν / να αφισοκολλήσουνε / να αφισοκολλούν / να αφισοκολλούνε |
| Προστακτική | — | αφισοκόλλα / αφισοκόλλαγε / αφισοκόλλησε | — | — | αφισοκολλάτε / αφισοκολλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →