Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφισορύπανση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η υπερβολική αφισοκόλληση που ρυπαίνει αισθητικά και πρακτικά Βικιλεξικό
    • [για τη γραφή με δύο ρρ]: Πάντως, ο δήμαρχος πρέπει επειγόντως να κάνει κάτι γι’ αυτήν την ασυδοσία στις φωτεινές ταμπέλες, για την αφισορρύπανση και τις ανεξέλεγκτες διαφημίσεις που δημιουργούν ένα αισθητικό αλαλούμ. (Κώστας Ακρίβος (2001) Πέντε δρόμοι, μία ρότα, ένα Αίνιγμα)

Ετυμολογία

αφισορύπανση < αφίσ(α) + -ο- + ρύπανση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφισορύπανσηαφισορυπάνσεις
Γενικήαφισορύπανσηςαφισορυπάνσεων
Αιτιατικήαφισορύπανσηαφισορυπάνσεις
Κλητικήαφισορύπανσηαφισορυπάνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →