Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφισούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του αφίσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφισούλα < αφίσα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφισούλααφισούλες
Γενικήαφισούλας—
Αιτιατικήαφισούλααφισούλες
Κλητικήαφισούλααφισούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →