Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφλογιστία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να μην λειτουργήσει κάποιος πυροδοτικός μηχανισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφλογιστία < αρχαία ελληνική ἀφλόγιστος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφλογιστίααφλογιστίες
Γενικήαφλογιστίαςαφλογιστιών
Αιτιατικήαφλογιστίααφλογιστίες
Κλητικήαφλογιστίααφλογιστίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →