αφοδράριστος
•
- που δεν έχει φοδραριστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφοδράριστος < α- + φορδαρισ- από φοδράρω + -τος < βενετική fodrar < fodra < πρωτογερμανική *fōdrą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂- (προστατεύω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοδράριστος | αφοδράριστη | αφοδράριστο |
| Γενική | αφοδράριστου | αφοδράριστης | αφοδράριστου |
| Αιτιατική | αφοδράριστο | αφοδράριστη | αφοδράριστο |
| Κλητική | αφοδράριστε | αφοδράριστη | αφοδράριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοδράριστοι | αφοδράριστες | αφοδράριστα |
| Γενική | αφοδράριστων | αφοδράριστων | αφοδράριστων |
| Αιτιατική | αφοδράριστους | αφοδράριστες | αφοδράριστα |
| Κλητική | αφοδράριστοι | αφοδράριστες | αφοδράριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →