αφορεσμένος
•
- που τον έχει αφορίσει η Εκκλησία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφορεσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αφορίζω
Άλλοι τύποι
αφορεσμένααφορεσμένεαφορεσμένεςαφορεσμένηαφορεσμένηςαφορεσμένοαφορεσμένοιαφορεσμένοςαφορεσμένουαφορεσμένουςαφορεσμένωναφορισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →