αφοριστικός
•
- που αναφέρεται στον εκκλησιαστικό αφορισμό Βικιλεξικό
- κατηγορηματικός, απόλυτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφοριστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοριστικός | αφοριστική | αφοριστικό |
| Γενική | αφοριστικού | αφοριστικής | αφοριστικού |
| Αιτιατική | αφοριστικό | αφοριστική | αφοριστικό |
| Κλητική | αφοριστικέ | αφοριστική | αφοριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοριστικοί | αφοριστικές | αφοριστικά |
| Γενική | αφοριστικών | αφοριστικών | αφοριστικών |
| Αιτιατική | αφοριστικούς | αφοριστικές | αφοριστικά |
| Κλητική | αφοριστικοί | αφοριστικές | αφοριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →