Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον εκκλησιαστικό αφορισμό Βικιλεξικό
  2. κατηγορηματικός, απόλυτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφοριστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφοριστικόςαφοριστικήαφοριστικό
Γενικήαφοριστικούαφοριστικήςαφοριστικού
Αιτιατικήαφοριστικόαφοριστικήαφοριστικό
Κλητικήαφοριστικέαφοριστικήαφοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφοριστικοίαφοριστικέςαφοριστικά
Γενικήαφοριστικώναφοριστικώναφοριστικών
Αιτιατικήαφοριστικούςαφοριστικέςαφοριστικά
Κλητικήαφοριστικοίαφοριστικέςαφοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →