αφορμάριστος
•
- που δεν έχει φορμαριστεί Βικιλεξικό
- που δεν έχει φορμαριστεί Βικιλεξικό
- πληροφορικήπου δεν έχει φορμαριστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφορμάριστος < α- + φορμάρ(ω) + -ιστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφορμάριστος | αφορμάριστη | αφορμάριστο |
| Γενική | αφορμάριστου | αφορμάριστης | αφορμάριστου |
| Αιτιατική | αφορμάριστο | αφορμάριστη | αφορμάριστο |
| Κλητική | αφορμάριστε | αφορμάριστη | αφορμάριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφορμάριστοι | αφορμάριστες | αφορμάριστα |
| Γενική | αφορμάριστων | αφορμάριστων | αφορμάριστων |
| Αιτιατική | αφορμάριστους | αφορμάριστες | αφορμάριστα |
| Κλητική | αφορμάριστοι | αφορμάριστες | αφορμάριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →