Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφορμάριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φορμαριστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει φορμαριστεί Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήπου δεν έχει φορμαριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφορμάριστος < α- + φορμάρ(ω) + -ιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφορμάριστοςαφορμάριστηαφορμάριστο
Γενικήαφορμάριστουαφορμάριστηςαφορμάριστου
Αιτιατικήαφορμάριστοαφορμάριστηαφορμάριστο
Κλητικήαφορμάριστεαφορμάριστηαφορμάριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφορμάριστοιαφορμάριστεςαφορμάριστα
Γενικήαφορμάριστωναφορμάριστωναφορμάριστων
Αιτιατικήαφορμάριστουςαφορμάριστεςαφορμάριστα
Κλητικήαφορμάριστοιαφορμάριστεςαφορμάριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →