Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφορώ

/a.foˈɾo/ρήμα
•
  1. αναφέρομαι σε κάτι, σχετίζομαι με κάτι Βικιλεξικό
    • Μεταξύ άλλων, η χρηματοδότηση δεν αφορά σε αγορά μεταφορικών μέσων για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, δαπάνες για μισθοδοσία υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένου του κτηνιάτρου που διενεργεί τις κτηνιατρικές πράξεις ή επεμβάσεις, στην περίπτωση που ο κτηνίατρος είναι υπάλληλος του Δήμου. (* εφημερίδα Το Βήμα)
    • Όσοι λοιπόν φεύγουν με πρόωρη συνταξιοδότηση (νωρίτερα δηλαδή από τα 67 έτη) αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να κληθούν να ζήσουν μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους ακόμη και με 160 ευρώ μηνιαίως. Η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφορά μόνο τους ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ αλλά το σύνολο των συνταξιούχων. (* Εφημερίδα των Συντακτών)
    • Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)

Ετυμολογία

αφορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφορῶ, συνηρημένος τύπος του ἀφοράω (αποστρέφω το βλέμμα από άλλα και το στρέφω σε ένα) < (ἀπό) ἀφ- + ὁράω / ὁρῶ

Άλλοι τύποι

αφορούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →