αφού
•
- χρονικόςεισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο Βικιλεξικό
- Γύρισε στο σπίτι και, αφού πρώτα έφαγε, έπεσε για ύπνο.
- αιτιολογικόςεισάγει [δευτερεύουσα πρόταση|δευτερεύουσες προτάσεις]] που δηλώνουν την αιτία λόγω της οποίας ό,τι εκφέρει η κύρια πρόταση συμβαίνει ή ισχύει Βικιλεξικό
- Αφού θες να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να σπουδάσεις στο Πολυτεχνείο.
- (ιδιωματικό, με μετατόπιση στο τέλος της πρότασης) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))^(σε ποια ιδιώματα)
- Δε θέλω να σε πω αφού.
Ετυμολογία
αφού < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀφοῦ (και μεσαιωνική) < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (εννοείται χρόνου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →