αφούρνιστος
•
- που δεν έχει φουρνιστεί, δεν έχει μπει σε φούρνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφούρνιστος < α- στερητικό + (φουρνίζω) φουρνισ- + -τος < μεσαιωνική ελληνική φουρνίζω < φοῦρνος < (ελληνιστική κοινή) < λατινικά furnus
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφούρνιστος | αφούρνιστη | αφούρνιστο |
| Γενική | αφούρνιστου | αφούρνιστης | αφούρνιστου |
| Αιτιατική | αφούρνιστο | αφούρνιστη | αφούρνιστο |
| Κλητική | αφούρνιστε | αφούρνιστη | αφούρνιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφούρνιστοι | αφούρνιστες | αφούρνιστα |
| Γενική | αφούρνιστων | αφούρνιστων | αφούρνιστων |
| Αιτιατική | αφούρνιστους | αφούρνιστες | αφούρνιστα |
| Κλητική | αφούρνιστοι | αφούρνιστες | αφούρνιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →