αφράτος
•
- που έχει την υφή του αφρού, φουσκωμένος και μαλακός Βικιλεξικό
- Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
Ετυμολογία
αφράτος < μεσαιωνική ελληνική ἀφράτος < ἀφρός. Μορφολογικά αναλύεται σε αφρ(ός) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφράτος | αφράτη | αφράτο |
| Γενική | αφράτου | αφράτης | αφράτου |
| Αιτιατική | αφράτο | αφράτη | αφράτο |
| Κλητική | αφράτε | αφράτη | αφράτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφράτοι | αφράτες | αφράτα |
| Γενική | αφράτων | αφράτων | αφράτων |
| Αιτιατική | αφράτους | αφράτες | αφράτα |
| Κλητική | αφράτοι | αφράτες | αφράτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →