Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφροδισιασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η σαρκική συνεύρεση και ο εξ αυτής αισθησιασμός Βικιλεξικό
  2. η λατρεία της σαρκικής ηδονής, η φιληδονία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφροδισιασμός < αφροδισιάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφροδισιασμόςαφροδισιασμοί
Γενικήαφροδισιασμούαφροδισιασμών
Αιτιατικήαφροδισιασμόαφροδισιασμούς
Κλητικήαφροδισιασμέαφροδισιασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →