αφροδισιασμός
•
- η σαρκική συνεύρεση και ο εξ αυτής αισθησιασμός Βικιλεξικό
- η λατρεία της σαρκικής ηδονής, η φιληδονία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφροδισιασμός < αφροδισιάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφροδισιασμός | αφροδισιασμοί |
| Γενική | αφροδισιασμού | αφροδισιασμών |
| Αιτιατική | αφροδισιασμό | αφροδισιασμούς |
| Κλητική | αφροδισιασμέ | αφροδισιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →