αφρομηλιά
•
- δέντροποικιλία μηλιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφρομηλιά < αφρόμηλ(ο) + -ιά. Μορφολογικά αναλύεται σε (αφρός) αφρο- + μηλιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφρομηλιά | αφρομηλιές |
| Γενική | αφρομηλιάς | αφρομηλιών |
| Αιτιατική | αφρομηλιά | αφρομηλιές |
| Κλητική | αφρομηλιά | αφρομηλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →