Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφτί

/aˈfti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανθρώπινο σώματο όργανο της ακοής Βικιλεξικό
  2. η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος μιας μουσικής νότας και τις νότες από τις οποίες αποτελείται μια μουσική φράση Βικιλεξικό
    • Παίζει μουσική με το αφτί, δεν ξέρει να διαβάζει νότες.
  3. μέρος αντικειμένου που έχει το σχήμα αφτιού Βικιλεξικό
    • η χειρολαβή ενός ποτηριού

Ετυμολογία

αφτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφτί -παράλληλη γραφή αὐτί(ν)-, αὐτίον < ελληνιστική κοινή ὠτίον, υποκοριστικό του οὖς < αρχαία ελληνική οὖς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ṓws < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew (βλέπω). : Ο σημερινός τύπος αφτί σχηματίστηκε από τον έναθρο πληθυντικό τὰ ὠτία [ta‿oˈti.a] > *ταοὐτία [tawˈti.a], με ημιφωνοποίηση [o > w] για αποφυγή της χασμωδίας > ταφτία [taˈfti.a], με χειλοδοντικοποίηση του ημίφωνου [w > f] σε άηχο χειλοδοντικό πριν το άηχο οδοντικό [t]> ταφτιά [taˈftça], με συνίζηση > τ’ αφτιά [t‿aˈftça], με ανασυλλαβισμό Παραβάλετε αβγό για παρόμοια εξέλιξη. → δείτε και αυγό : Η γραφή αυτί με ύψιλον θεωρείται παρετυμολογική.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφτίαφτιά
Γενικήαφτιούαφτιών
Αιτιατικήαφτίαφτιά
Κλητικήαφτίαφτιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →