αφτί
- ανθρώπινο σώματο όργανο της ακοής Βικιλεξικό
- η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος μιας μουσικής νότας και τις νότες από τις οποίες αποτελείται μια μουσική φράση Βικιλεξικό
- Παίζει μουσική με το αφτί, δεν ξέρει να διαβάζει νότες.
- μέρος αντικειμένου που έχει το σχήμα αφτιού Βικιλεξικό
- η χειρολαβή ενός ποτηριού
Ετυμολογία
αφτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφτί -παράλληλη γραφή αὐτί(ν)-, αὐτίον < ελληνιστική κοινή ὠτίον, υποκοριστικό του οὖς < αρχαία ελληνική οὖς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ṓws < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew (βλέπω). : Ο σημερινός τύπος αφτί σχηματίστηκε από τον έναθρο πληθυντικό τὰ ὠτία [ta‿oˈti.a] > *ταοὐτία [tawˈti.a], με ημιφωνοποίηση [o > w] για αποφυγή της χασμωδίας > ταφτία [taˈfti.a], με χειλοδοντικοποίηση του ημίφωνου [w > f] σε άηχο χειλοδοντικό πριν το άηχο οδοντικό [t]> ταφτιά [taˈftça], με συνίζηση > τ’ αφτιά [t‿aˈftça], με ανασυλλαβισμό Παραβάλετε αβγό για παρόμοια εξέλιξη. → δείτε και αυγό : Η γραφή αυτί με ύψιλον θεωρείται παρετυμολογική.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφτί | αφτιά |
| Γενική | αφτιού | αφτιών |
| Αιτιατική | αφτί | αφτιά |
| Κλητική | αφτί | αφτιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →