Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφτιασίδωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φτιασιδωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφτιασίδωτος < α- + φτιασιδώνω + -τος < φτιασίδι < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω / φθειάνω < εὐθειάζω < αρχαία ελληνική εὐθεία, θηλυκό του εὐθύς (Υπάρχει και η άποψη: < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική φύκιον / φυκίον, υποκοριστικό του φῦκος. Σ’ αυτή την περίπτωση προηγείται ο τύπος φκιασίδι / αφκιασίδωτος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφτιασίδωτοςαφτιασίδωτηαφτιασίδωτο
Γενικήαφτιασίδωτουαφτιασίδωτηςαφτιασίδωτου
Αιτιατικήαφτιασίδωτοαφτιασίδωτηαφτιασίδωτο
Κλητικήαφτιασίδωτεαφτιασίδωτηαφτιασίδωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφτιασίδωτοιαφτιασίδωτεςαφτιασίδωτα
Γενικήαφτιασίδωτωναφτιασίδωτωναφτιασίδωτων
Αιτιατικήαφτιασίδωτουςαφτιασίδωτεςαφτιασίδωτα
Κλητικήαφτιασίδωτοιαφτιασίδωτεςαφτιασίδωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →