αφυγραντήρας
•
- τεχνολογίασυσκευή που αφαιρεί την ατμοσφαιρική υγρασία ενός χώρου μέσω υγροποίησης Βικιλεξικό
- 2003 Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 52, σελ. 1003
Ετυμολογία
αφυγραντήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀφυγραν(τήρ), -τήρας. Συγχρονικά αναλύεται σε αφ- + υγραντήρας, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική dehumidifyer, γαλλική déhumificateur, μαρτυρείται από το 1921.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφυγραντήρας | αφυγραντήρες |
| Γενική | αφυγραντήρα | αφυγραντήρων |
| Αιτιατική | αφυγραντήρα | αφυγραντήρες |
| Κλητική | αφυγραντήρα | αφυγραντήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →