αφυδρογόνωση
•
- χημείαη με χημική αντίδραση, διεργασία, αφαίρεσης ατόμου υδρογόνου από μία χημική ένωση Βικιλεξικό
- το φαινόμενο της αφυδρογόνωσης απαντάται κυρίως κατά την πυρόλυση, όπου παράγονται ακόρεστοι υδρογονάνθρακες
- η αντίθετη διεργασία της υδρογόνωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφυδρογόνωση < αφ- (από) + υδρογόνωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφυδρογόνωση | αφυδρογονώσεις |
| Γενική | αφυδρογόνωσης | αφυδρογονώσεων |
| Αιτιατική | αφυδρογόνωση | αφυδρογονώσεις |
| Κλητική | αφυδρογόνωση | αφυδρογονώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →