αφυλαξία
•
- η έλλειψη προστασίας απέναντι σε ασθένειες Βικιλεξικό
- ιατρικήείδος ισχυρής αλλεργικής αντίδρασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφυλαξία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀφυλαξία < μεσαιωνική ελληνική ἀφυλαξιά < αρχαία ελληνική ἀφυλαξία < αρχαία ελληνική ἀφύλακτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφυλαξία | αφυλαξίες |
| Γενική | αφυλαξίας | αφυλαξιών |
| Αιτιατική | αφυλαξία | αφυλαξίες |
| Κλητική | αφυλαξία | αφυλαξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →