αφυπηρέτηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφυπηρετώ, η έξοδος λειτουργού από την ενεργό υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφυπηρέτηση < αφυπηρετώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφυπηρέτηση | αφυπηρετήσεις |
| Γενική | αφυπηρέτησης | αφυπηρετήσεων |
| Αιτιατική | αφυπηρέτηση | αφυπηρετήσεις |
| Κλητική | αφυπηρέτηση | αφυπηρετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →