αφόδευση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αφοδεύω· επίσημη και κόσμια λέξη για το χέσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφόδευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφόδευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀφοδεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφόδευση | αφοδεύσεις |
| Γενική | αφόδευσης | αφοδεύσεων |
| Αιτιατική | αφόδευση | αφοδεύσεις |
| Κλητική | αφόδευση | αφοδεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →