Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφόδευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αφοδεύω· επίσημη και κόσμια λέξη για το χέσιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφόδευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφόδευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀφοδεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφόδευσηαφοδεύσεις
Γενικήαφόδευσηςαφοδεύσεων
Αιτιατικήαφόδευσηαφοδεύσεις
Κλητικήαφόδευσηαφοδεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →