αφόρμηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφορμώμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφόρμηση < αφορμώμαι + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφόρμηση | αφορμήσεις |
| Γενική | αφόρμησης | αφορμήσεων |
| Αιτιατική | αφόρμηση | αφορμήσεις |
| Κλητική | αφόρμηση | αφορμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →