Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφύγρανση

/aˈfi.ɣɾan.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφυγραίνω Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίααφαίρεση ατμοσφαιρικής υγρασίας μέσω αφυγραντικής συσκευής όπως ο αφυγραντήρας Βικιλεξικό
    • 2003 Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 52, σελ. 1003

Ετυμολογία

αφύγρανση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀφύγρανσις + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα αφύγραν- του αφυγραίνω + -ση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική dehumidification, γαλλική déshumidification, μαρτυρείται από το 1932.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφύγρανσηαφυγράνσεις
Γενικήαφύγρανσηςαφυγράνσεων
Αιτιατικήαφύγρανσηαφυγράνσεις
Κλητικήαφύγρανσηαφυγράνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →