αφύγρανση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφυγραίνω Βικιλεξικό
- τεχνολογίααφαίρεση ατμοσφαιρικής υγρασίας μέσω αφυγραντικής συσκευής όπως ο αφυγραντήρας Βικιλεξικό
- 2003 Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 52, σελ. 1003
Ετυμολογία
αφύγρανση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀφύγρανσις + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα αφύγραν- του αφυγραίνω + -ση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική dehumidification, γαλλική déshumidification, μαρτυρείται από το 1932.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφύγρανση | αφυγράνσεις |
| Γενική | αφύγρανσης | αφυγράνσεων |
| Αιτιατική | αφύγρανση | αφυγράνσεις |
| Κλητική | αφύγρανση | αφυγράνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →