Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχάριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν εκτιμά και δεν αναγνωρίζει το καλό που του έκανε κάποιος άλλος Βικιλεξικό
    • Θα ήμουν αχάριστη, αν δεν παραδεχόμουν ότι μου δόθηκαν μεγάλες ευκαιρίες. Αλλά κι εγώ με τη σειρά μου τις χειρίστηκα με πάρα πολλή δουλειά, γιατί τίποτα δεν σου χαρίζεται. Πρέπει συνεχώς να είσαι επί των επάλξεων και να αποδεικνύεις ότι είσαι αντάξιος της ευκαιρίας. (Εφημερίδα Το Βήμα, 27.01.2017)
  2. που δεν προσφέρει ηθική ικανοποίηση Βικιλεξικό
    • Η μετάφραση είναι μια πολύ αχάριστη δουλειά.

Ετυμολογία

αχάριστος < αρχαία ελληνική ἀχάριστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχάριστοςαχάριστηαχάριστο
Γενικήαχάριστουαχάριστηςαχάριστου
Αιτιατικήαχάριστοαχάριστηαχάριστο
Κλητικήαχάριστεαχάριστηαχάριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχάριστοιαχάριστεςαχάριστα
Γενικήαχάριστωναχάριστωναχάριστων
Αιτιατικήαχάριστουςαχάριστεςαχάριστα
Κλητικήαχάριστοιαχάριστεςαχάριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →