αχαίνιο
•
- βοτανικήμικρός, ξηρός, μονόσπερμος και αδιάρρηκτος καρπός, του οποίου το λεπτό περικάρπιο περιβάλλει τον μοναδικό σπόρο χωρίς να συμφύεται στενά μαζί του και χωρίς να ανοίγει κατά την ωρίμανση για την απελευθέρωσή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχαίνιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική achena < αρχαία ελληνική ἀ- + χαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχαίνιο | αχαίνια |
| Γενική | αχαίνιου / αχαινίου | αχαίνιων / αχαινίων |
| Αιτιατική | αχαίνιο | αχαίνια |
| Κλητική | αχαίνιο | αχαίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →