Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχαμναίνω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροπογίνομαι (πιο) αχαμνός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχαμναίνω < αχαμνός + -αίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαχαμναίνωαχαμναίνειςαχαμναίνειαχαμναίνουμεαχαμναίνετεαχαμναίνουν / αχαμναίνουνε
Παρατατικόςαχάμναινααχάμναινεςαχάμναινεαχαμναίναμεαχαμναίνατεαχάμναιναν / αχαμναίναν / αχαμναίνανε
Αόριστοςαχάμνυνααχάμνυνεςαχάμνυνεαχαμνύναμεαχαμνύνατεαχάμνυναν / αχαμνύναν / αχαμνύνανε
Μέλλονταςθα αχαμναίνω / θα αχαμνύνωθα αχαμναίνεις / θα αχαμνύνειςθα αχαμναίνει / θα αχαμνύνειθα αχαμναίνουμε / θα αχαμνύνουμεθα αχαμναίνετε / θα αχαμνύνετεθα αχαμναίνουν / θα αχαμναίνουνε / θα αχαμνύνουν / θα αχαμνύνουνε
Παρακείμενοςέχω αχαμνύνειέχεις αχαμνύνειέχει αχαμνύνειέχουμε αχαμνύνειέχετε αχαμνύνει—
Υπερσυντέλικοςείχα αχαμνύνειείχες αχαμνύνειείχε αχαμνύνειείχαμε αχαμνύνειείχατε αχαμνύνει—
Υποτακτικήνα έχω αχαμνύνει / να αχαμναίνω / να αχαμνύνωνα έχεις αχαμνύνει / να αχαμναίνεις / να αχαμνύνειςνα έχει αχαμνύνει / να αχαμναίνει / να αχαμνύνεινα έχουμε αχαμνύνει / να αχαμναίνουμε / να αχαμνύνουμενα έχετε αχαμνύνει / να αχαμναίνετε / να αχαμνύνετενα αχαμναίνουν / να αχαμναίνουνε / να αχαμνύνουν / να αχαμνύνουνε
Προστακτική—αχάμναινε / αχάμνυνε——αχαμναίνετε / αχαμνύνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →