αχαμναίνω
•
- λαϊκότροπογίνομαι (πιο) αχαμνός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχαμναίνω < αχαμνός + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αχαμναίνω | αχαμναίνεις | αχαμναίνει | αχαμναίνουμε | αχαμναίνετε | αχαμναίνουν / αχαμναίνουνε |
| Παρατατικός | αχάμναινα | αχάμναινες | αχάμναινε | αχαμναίναμε | αχαμναίνατε | αχάμναιναν / αχαμναίναν / αχαμναίνανε |
| Αόριστος | αχάμνυνα | αχάμνυνες | αχάμνυνε | αχαμνύναμε | αχαμνύνατε | αχάμνυναν / αχαμνύναν / αχαμνύνανε |
| Μέλλοντας | θα αχαμναίνω / θα αχαμνύνω | θα αχαμναίνεις / θα αχαμνύνεις | θα αχαμναίνει / θα αχαμνύνει | θα αχαμναίνουμε / θα αχαμνύνουμε | θα αχαμναίνετε / θα αχαμνύνετε | θα αχαμναίνουν / θα αχαμναίνουνε / θα αχαμνύνουν / θα αχαμνύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αχαμνύνει | έχεις αχαμνύνει | έχει αχαμνύνει | έχουμε αχαμνύνει | έχετε αχαμνύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αχαμνύνει | είχες αχαμνύνει | είχε αχαμνύνει | είχαμε αχαμνύνει | είχατε αχαμνύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αχαμνύνει / να αχαμναίνω / να αχαμνύνω | να έχεις αχαμνύνει / να αχαμναίνεις / να αχαμνύνεις | να έχει αχαμνύνει / να αχαμναίνει / να αχαμνύνει | να έχουμε αχαμνύνει / να αχαμναίνουμε / να αχαμνύνουμε | να έχετε αχαμνύνει / να αχαμναίνετε / να αχαμνύνετε | να αχαμναίνουν / να αχαμναίνουνε / να αχαμνύνουν / να αχαμνύνουνε |
| Προστακτική | — | αχάμναινε / αχάμνυνε | — | — | αχαμναίνετε / αχαμνύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →