Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχανής

/a.xaˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεράστιος σε έκταση, απέραντος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχανής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀχανής (αρχαία σημασία: με μεγάλο άνοιγμα) < ἀ- επιτατικό + -χαν- (ἔ-χαν-ον, αόριστος β' του χάσκω) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχανήςαχανήςαχανές
Γενικήαχανούςαχανούςαχανούς
Αιτιατικήαχανήαχανήαχανές
Κλητικήαχανή / αχανήςαχανήςαχανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχανείςαχανείςαχανή
Γενικήαχανώναχανώναχανών
Αιτιατικήαχανείςαχανείςαχανή
Κλητικήαχανείςαχανείςαχανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →