Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχαρακτήριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει χαρακτηριστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραπου είναι πέρα από κάθε ευπρεπή χαρακτηρισμό, απρεπής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχαρακτήριστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχαρακτήριστοςαχαρακτήριστηαχαρακτήριστο
Γενικήαχαρακτήριστουαχαρακτήριστηςαχαρακτήριστου
Αιτιατικήαχαρακτήριστοαχαρακτήριστηαχαρακτήριστο
Κλητικήαχαρακτήριστεαχαρακτήριστηαχαρακτήριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχαρακτήριστοιαχαρακτήριστεςαχαρακτήριστα
Γενικήαχαρακτήριστωναχαρακτήριστωναχαρακτήριστων
Αιτιατικήαχαρακτήριστουςαχαρακτήριστεςαχαρακτήριστα
Κλητικήαχαρακτήριστοιαχαρακτήριστεςαχαρακτήριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →