Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχαριστία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του αχάριστου Βικιλεξικό
    • <<ἔπεσθαι δέ δοκεῖ μάλιστα τῇ ἀχαριστία καί ἡ ἀναισχυντία>>, Ξενοφών, Κύρου ανάβασις

Ετυμολογία

αχαριστία < στερητικό α- και θέμ- του χάρις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχαριστίααχαριστίες
Γενικήαχαριστίαςαχαριστιών
Αιτιατικήαχαριστίααχαριστίες
Κλητικήαχαριστίααχαριστίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →