Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει στην Αχαΐα και τους Αχαιούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχαϊκός < Αχαΐα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχαϊκόςαχαϊκήαχαϊκό
Γενικήαχαϊκούαχαϊκήςαχαϊκού
Αιτιατικήαχαϊκόαχαϊκήαχαϊκό
Κλητικήαχαϊκέαχαϊκήαχαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαχαϊκοίαχαϊκέςαχαϊκά
Γενικήαχαϊκώναχαϊκώναχαϊκών
Αιτιατικήαχαϊκούςαχαϊκέςαχαϊκά
Κλητικήαχαϊκοίαχαϊκέςαχαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →