αχείμαστος
•
- που δεν ταράζεται, ο γαλήνιος, ο πράος Βικιλεξικό
- που δεν τον πιάνει χειμώνας, δηλαδή που δεν κρυώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχείμαστος < α- στερητικό + χειμάζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχείμαστος | αχείμαστη | αχείμαστο |
| Γενική | αχείμαστου | αχείμαστης | αχείμαστου |
| Αιτιατική | αχείμαστο | αχείμαστη | αχείμαστο |
| Κλητική | αχείμαστε | αχείμαστη | αχείμαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχείμαστοι | αχείμαστες | αχείμαστα |
| Γενική | αχείμαστων | αχείμαστων | αχείμαστων |
| Αιτιατική | αχείμαστους | αχείμαστες | αχείμαστα |
| Κλητική | αχείμαστοι | αχείμαστες | αχείμαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →