αχηβάδα
•
- μαλάκιοοστρακοφόρο μαλάκιο Βικιλεξικό
- διακοσμητικό ή χρηστικό αντικείμενο (μπιζουτιέρα, σταχτοδοχείο κ.λπ.) σε σχήμα αχηβάδας Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήεσοχή, κόγχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αχηβάδα (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχηβάδα με ανάπτυξη προτακτικού ἀ- + μεσαιωνική ελληνική χηβάδα ή *χημάδα < αρχαία ελληνική χήμη, λέξη που ο Ησύχιος συνδέει με το χάσμα. Στο Λεξικό Σούδα: Χήμη, εἶδος ὀστρέου, τὸ κοινῶς χηβάδιον : για την σημασία «κόγχη»: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conque
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχηβάδα | αχηβάδες |
| Γενική | αχηβάδας | αχηβάδων |
| Αιτιατική | αχηβάδα | αχηβάδες |
| Κλητική | αχηβάδα | αχηβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →