Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αχηβάδα

/a.çiˈva.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μαλάκιοοστρακοφόρο μαλάκιο Βικιλεξικό
  2. διακοσμητικό ή χρηστικό αντικείμενο (μπιζουτιέρα, σταχτοδοχείο κ.λπ.) σε σχήμα αχηβάδας Βικιλεξικό
  3. αρχιτεκτονικήεσοχή, κόγχη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αχηβάδα (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχηβάδα με ανάπτυξη προτακτικού ἀ- + μεσαιωνική ελληνική χηβάδα ή *χημάδα < αρχαία ελληνική χήμη, λέξη που ο Ησύχιος συνδέει με το χάσμα. Στο Λεξικό Σούδα: Χήμη, εἶδος ὀστρέου, τὸ κοινῶς χηβάδιον : για την σημασία «κόγχη»: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conque

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαχηβάδααχηβάδες
Γενικήαχηβάδαςαχηβάδων
Αιτιατικήαχηβάδααχηβάδες
Κλητικήαχηβάδααχηβάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →