αχιβάδα
•
- μαλάκιοοστρακοφόρο μαλάκιο Βικιλεξικό
- Ή τα ψάρια του κλέβανε τα δολώματα ή το παραγάδι έπεφτε σε ξερότοπο και δεν έβρισκε μήτε αχιβάδα (Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνική Ανθολογία, τόμος 1, εκδ. Οργανισμός Πελοποννησιακών Εκδόσεων «Η βιβλιοεμπορική», 1995, σελ. 222)
- ιδίως όταν βλέπεις κάθε ώρα γύρω σου τόσα άλλα τουμπανιασμένα πόδια να ξεχειλίζουν στραβά από ένα ξυλιασμένο καμπουριαστό υπόδημα που έχει ανοίξει σαν αχιβάδα χωρίς τίποτα πια να μπορεί να προστατέψει (Η μεσοπολεμικη πεζογραφια από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 78)
- αντικείμενο σε σχήμα αχιβάδας Βικιλεξικό
- Μια ανάσα μόλις, σαν από αρχαίο κοχύλι μουντή, και το πρόσωπο μια αχιβάδα που μάζεψε πολύ ήλιο από αιώνες (Γιώργος Αριστήνος, Περιπέτεια, Εκδὀσεις Καστανιώτη, 1984, σελ. 102)
Ετυμολογία
αχιβάδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχιβάδα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αχιβάδα | αχιβάδες |
| Γενική | αχιβάδας | αχιβάδων |
| Αιτιατική | αχιβάδα | αχιβάδες |
| Κλητική | αχιβάδα | αχιβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →